Θρυλική έχει γίνει η Σαπφώ, που τ' όνομα της είναι γνωστό με τον Αιολικό τύπο Ψάπφα και εκπροσωπεί το Αιολικό μέλος. Γεννήθηκε, σύμφωνα με μαρτυρίες, στην Ερεσό από ένδοξη οικογένεια. Πατέρας της αναφέρεται ο Σκαμανδρώνυμος και μητέρα της η Κλείδα. Ζει ανάμεσα στα 628 και 568 π.Χ. και έχει τρία αδέλφια: το Λάριχο, που τον δόξασε στα ποιήματα της, το Χάραξο, που τον κατηγόρησε για τη σχέση του με την εταίρα Ροδώπη και τον Ευρύγιο, που εκτός απ' το Σουΐδα δεν τον αναφέρει κανένας άλλος συγγραφέας.

    Οι πολιτικές αναταραχές την έκαναν να φύγει στη Σικελία με οπαδούς της αριστοκρατικής μερίδας. Ύστερα από λίγα χρόνια ξαναγύρισε στη Λέσβο. Προικισμένη με προτερήματα ευφυΐας κι ευγενικής συμπεριφοράς, γρήγορα έγινε γνωστή ανάμεσα στους τότε πνευματικούς κύκλους. Αυτό φαίνεται κι απ' την πληθώρα των θαυμαστών και μαθητριών της, στις όποιες δίδασκε όχι μόνο μουσική και ποίηση αλλά, ανθοκομία και ανθοδετική, αισθητική και διακοσμητική, οικοκυρικά και καλούς τρόπους συμπεριφοράς. Η ίδια συνόδευε με τη λύρα της το τραγούδι και τα βήματα των κοριτσιών σε διάφορες περιπτώσεις και έξω από τη σχολή, σε μικρές συντροφιές ή ευρύτερες λατρευτικές τελετές, κυρίως σε γιορτές για την Αφροδίτη ή την Ήρα.

    Τόση υπήρξε η φήμη της και τέτοια η αξία των ποιημάτων της ώστε δεν φτιάχτηκαν μόνο εικόνες της κι αγάλματα, αλλά και νομίσματα με την προτομή της κόπηκαν στη Μυτιλήνη και άλλου. Ένα από τα πιο γνωστά αγάλματα που διασώθηκαν, είναι το Καπιτωλιανό πάνω στο οποίο από νεώτερο χέρι γράφτηκαν οι λέξεις ΣΑΠΦΩ ΕΡΕΣΣΙΑ. Με τις ανασκαφές ήρθαν στο φως κάποια νομίσματα όπως ένα αργυρό που στο μπροστινό μέρος έχει ένα γυναικείο κεφάλι, που περιβάλλεται με κίσσινο στεφάνι και στο πίσω εικονίζεται ολόσωμη γυναίκα που κρατά στο χέρι λύρα κι έχει την επιγραφή ΣΑΠΦΩ ΛΕΣΒΙΣ.

    Από το πλούσιο έργο της μόνο 120 αποσπάσματα σώζονται, καθώς και μια ακέραιη ωδή. Οι Αλεξανδρινοί, εκτιμώντας το λαμπρά έργο της, το διαίρεσαν σε εννιά βιβλία, δίνοντας στο καθένα τ' όνομα μιας απ' τις Μούσες. Γνωστό είναι πως ο Πλάτων την ονόμασε δέκατη μούσα. Σήμερα, ποιήματά της που βρέθηκαν σε παπύρους της Αιγύπτου κατά τον 19ο αιώνα, βρίσκονται στις βιβλιοθήκες της Φλωρεντίας, του Γκρατς, της Οξφόρδης, της Χάγης, του Βερολίνου και του Λονδίνου.

    Είναι γνωστό ότι επιχειρήθηκε από κωμικούς ποιητές η διακωμώδηση της Σαπφώς, σύμφωνα με τους οποίους υπήρξε μια ερωτομανής εταίρα, η όποια, επειδή ατύχησε στον ερωτά της για τον Φάωνα, αυτοκτόνησε, αφού ρίχτηκε στη θάλασσα από κάποιο βράχο της Λευκάδας. Αργότερα μια ανυπόστατη κατηγορία των Ρωμαίων για ανώμαλους έρωτες, της βεβήλωσε την ιερή μνήμη της και απέδωσε με το πέρασμα του χρόνου απρεπείς χαρακτηρισμούς. Ο αρχαίος κόσμος αλλά και η νεώτερη έρευνα με χειροπιαστές αποδείξεις αντικρούουν τα τότε λεγόμενα. Αν ίσχυαν τα όσα λέγονται δεν θα την εκτιμούσαν και δεν θα την τιμούσαν τόσο στη γενέτειρά της, ούτε θα κατηγορούσε τον αδελφό της για την άπρεπη  σχέση του και ακόμα δεν θα αποστόμωνε τον Αλκαίο που δελεάστηκε για εκείνη. Δεν είναι δυνατόν λοιπόν, να σπιλώνεται η εξαίρετη αυτή μορφή που και στα γνωμικά της ακόμα μίλα για την αρετή.

    Η Αγγλίδα ποιήτρια M. Ross Macaulay, συγκέντρωσε στο Δήμο Ερεσού ένα πλούσιο βιβλιογραφικό θησαυρό και ίδρυσε ειδικό σπίτι -μουσείο- της Σαπφώς στη Σκάλα Ερεσού (κοντά στην αρχαία πόλη), εκεί δηλαδή όπου πρωτόειδε το φως της ζωής η μεγάλη θεραπαινίδα της ποιητικής τέχνης. Την αγάπη άλλωστε, το θαυμασμό και την εκτίμηση της στην αθάνατη μούσα εκδήλωσε η Macaulay, όταν έστησε καλλιμάρμαρο ανδριάντα της στην προκυμαία της Μυτιλήνης (21 Μαρτίου 1965).